ἑλκωτικός

ἑλκ-ωτικός, ή, όν,= ἑλκωματικός, Dsc.1.128.3: metaph.,
A exasperating,

δριμύτης Plu.2.854c

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ελκωτικός — ἑλκωτικός, ή, όν (AM) 1. ελκωματικός 2. ερεθιστικός …   Dictionary of Greek

  • ἑλκωτικός — exasperating masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλκωτικά — ἑλκωτικός exasperating neut nom/voc/acc pl ἑλκωτικά̱ , ἑλκωτικός exasperating fem nom/voc/acc dual ἑλκωτικά̱ , ἑλκωτικός exasperating fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλκωτικόν — ἑλκωτικός exasperating masc acc sg ἑλκωτικός exasperating neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλκωτικαῖς — ἑλκωτικός exasperating fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλκωτικούς — ἑλκωτικός exasperating masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλκωτική — ἑλκωτικός exasperating fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλκωτικήν — ἑλκωτικός exasperating fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλκωτικάς — ἑλκωτικά̱ς , ἑλκωτικός exasperating fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.